Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Δαδιά

Στην πλαγιά του βουνού της Γκίμπρενας είναι κτισμένο το χωριό της Δαδιάς, ένας οικισμός όπου διατηρούνται η παράδοση των εθνικών αγώνων και μερικά πανάρχαια ελληνικά έθιμα.

Το όνομα του προήλθε από το άφθονο δαδί, το γεμάτο, δηλαδή, ρετσίνι ξύλο του πεύκου που στα παλιότερα χρόνια χρησίμευε ως προσάναμα και ως φωτιστικό μέσο.

Οι πρώτοι κάτοικοι της Δαδιάς ήρθαν εδώ για να βρουν καταφύγιο, όταν φοβερό θανατικό χτύπησε την πατρίδα τους, τη μεγάλη πόλη που βρίσκονταν στην όχθη του Έβρου. Ίχνη της πόλης αυτής εύκολα διακρίνει κανένας στο ύψωμα που είναι δίπλα στον Έβρο εκεί που ο παραπόταμος του Μαγγάζι έρχεται να ενωθεί μαζί του. Οι κάτοικοι εγκατέλειψαν αυτή τη μεγάλη πόλη και οι μεν άρχοντες και μορφωμένοι έκτισαν την Κορνοφωλιά, χωριό που βρίσκεται βορειότερα κοντά στο Σουφλί, οι οικοδόμοι τη Λευκίμη και οι εργάτες και υλοτόμοι τη Δαδιά για να είναι κοντά στο δάσος.

Οι Τούρκοι έλεγαν το χωριό Τσιάμκιοϊ, δηλαδή Πευκοχώρι, αλλά πολύ νωρίς αυτό πήρε το όνομα της Δαδιάς όπως φαίνεται από τους κώδικες της Μητροπόλεως Διδυμοτείχου του περασμένου αιώνα.

Το δάσος της Δαδιάς είναι πολύ γνωστό, καθώς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους βιοτόπους της Ευρώπης. Η περιοχή του Δάσους Δαδιάς αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μεσογειακού οικοσυστήματος το οποίο έχει διαμορφωθεί μέσα από αιώνες ήπιας συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης. Η βλάστηση αποτελείται κυρίως από ώριμα δάση μαύρης και τραχείας πεύκης καθώς και από δάση βελανιδιάς. Η πλούσια δασική κάλυψη διακόπτεται συχνά από ξέφωτα, μικρά βοσκοτόπια και καλλιεργούμενες εκτάσεις.

Το πλούσιο μωσαϊκό τοπίων που προκύπτει από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, αποτελεί τον ιδανικό βιότοπο για τη διαβίωση των αρπακτικών πουλιών: Στην περιοχή φιλοξενούνται τα 36 από τα 38 είδη αρπακτικών πουλιών της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων πολλά σπάνια είδη, όπως ο βασιλαετός (Aquila heliaca) και ο κραυγαετός (Aquila pomarina). Είναι από τις μοναδικές περιοχές της Ευρώπης στην οποία συμβιώνουν τόσα διαφορετικά είδη αρπακτικών πουλιών και η μοναδική όπου ταυτόχρονα απαντώνται τα τρία από τα τέσσερα διαφορετικά είδη γυπών (μαυρόγυπας, όρνιο, ασπροπάρης) της Ευρώπης.


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Ποταμός Άρδας


Ο ποταμός Άρδας βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του Νομού Έβρου, στην επαρχία Ορεστιάδας, και είναι παραπόταμος του Έβρου.

Πηγάζει από την Βουλγαρική πλευρά των όρεων της Κούλας, και εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος δίπλα από το χωριό Μηλέα. Αφού διασχίσει 37 χιλιόμετρα σε ελληνικό έδαφος χύνεται στον ποταμό Έβρο, στην περιοχή του χωριού Καστανέων, κοντά στην Ανδριανούπολη. Κατά μήκος αυτής της πορείας του, έχουν αναπτυχθεί διάφορα μικρά και μεγάλα χωριά μέσα στη λεκάνη του ποταμού. Τα χωριά αυτά, από δυτικά προς ανατολικά, είναι η Μηλέα (ή Μηλιά), το Θεραπειό, ο Κυπρίνος, τα Κόμαρα, το Αμμοβούνο, το Φυλάκιο, η Ελαία (ή Ελιά), ο Κέραμος, η Πλάτη, ο Άρζος, ο Καναδάς, τα Μαράσια και τέλος τα μεγάλα χωριά Ρίζια και Καστανιές.

Στον Άρδα κάθε καλοκαίρι από το 1995 πραγματοποιείται η Συνάντηση Νέων, φεστιβάλ με τη συμμετοχή διάσημων καλλιτεχνών και νέων της Ελλάδας αλλά και των Βαλκανίων. Το 2007 οι εκδηλώσεις διήρκεσαν απο τις 26 μέχρι και τις 30 Ιουλίου.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ποταμός Έβρος

O Έβρος, γνωστός και ώς Μαρίτσα, (Βουλγαρικά: Марица, Τουρκικά: Meriç Nehri) είναι ένας από τους κυριότερους ποταμούς της Βαλκανικής Χερσονήσου, με μήκος περίπου 480 χλμ.
Οι πηγές του ποταμού Έβρου, στα όρη Ρήλα της Βουλγαρίας.

Πηγάζει από τα όρη Ρίλα της δυτικής Βουλγαρίας και κυλά σε βουλγαρικό έδαφος νοτιοανατολικά σχηματίζοντας κοιλάδα ανάμεσα στις οροσειρές της Ροδόπης και του Αίμου και διερχόμενος από τις πόλεις Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη), Σβίλεγκραντ, Ιβαήλοβγκραντ. Συναντά τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα κοντά στο χωριό Καστανιές και εισέρχεται για λίγα χιλιόμετρα σε τουρκικό έδαφος σχηματίζοντας το τρίγωνο του Καραγάτς, κοντά στην Ανδριανούπολη, και στη συνέχεια αποτελεί το σύνορο Ελλάδας - Τουρκίας, χωρίζοντας γεωγραφικά τη Δυτική από την Ανατολική Θράκη. Διέρχεται κοντά στις ελληνικές κωμοπόλεις Πυθίο, Φέρρες, Διδυμότειχο, Σουφλί, Λάβαρα, Τυχερό και στις τουρκικές Meriç, Keşan. Εκβάλλει στο βόρειο Αιγαίο Πέλαγος. Οι κυριότεροι παραπόταμοί του είναι ο Τούντζας και ο Άρδας. Ο Έβρος σχηματίζει ευρύτατο δέλτα, το οποίο αποτελεί σημαντικό υδροβιότοπο. Δεν είναι πλωτός σε κανένα σημείο του, έχει όμως σημαντικό όγκο υδάτων που χρησιμοποιούνται για παραγωγή ηλεκτρισμού (φράγμα Κυπρίνου) και αρδεύσεις.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ποταμός Έβρος





εικόνες από τις πηγές του ποταμού στα βουλγαρικά βουνά!!!

ΔΟΪΤΣΙΔΗΣ ΚΑΡΥΟΦΙΛΗΣ


Ο Καρυοφύλλης μαζί με τις κόρες του Θεοπούλα και Λαμπριάννα Δοϊτσίδη είναι από τους πιο γνωστούς Θρακιώτες τραγουδιστές με πανελλήνια και όχι μόνο απήχηση. Ο πατέρας, ο Καρυόφυλλης Δοϊτσίδης, γεννήθηκε το 1930 στην Καρωτή Διδυμοτείχου από αγροτική οικογένεια, έχοντας και μουσικούς προγόνους, όπως των Σταύρο Δοϊτσίδη (έπαιζε καβάλ), ο οποίος μάλιστα ήταν αρκετά γνωστός και είχε διδάξει την τέχνη του σε περισσότερους από εκατό νέους Βουλγάρους στις αρχές του 20 αιώνα, στην Στενήμαχο, στον Πύργο (Μπουργκάς) και το Ορτάκιοϊ της σημερινής Βουλγαρίας. Από τη μικρή του ηλικία τον γοήτευαν ιδιαίτερα τα παραδοσιακά τραγούδια που άκουγε στην πλατεία του χωριού του, στο χοροστάσι που στηνόταν κάθε Κυριακή και σε διάφορες γιορτές. Άρχιζαν το χορό οι γυναίκες, τραγουδώντας δύο στην αρχή του χορού και δύο στο τέλος συνήθως, και κατόπιν οι άνδρες, με τη συνοδεία οργάνων, κυρίως με τη συνοδεία της γκάιντας, της φλογέρας και της λύρας που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο σε σχέση με τα “νεότερα” παραδοσιακά όργανα όπως: κλαρίνο, βιολί, ούτι και κρουστά. Επίσης τα παραδοσιακά αυτά τραγούδια τα άκουγε και στο σπίτι από τη μητέρα του Θεοπούλα και τη γιαγιά του Χρυσάνθη.

Το 1950, τελικώς πείθει τον πατέρα του που αρχικά ήταν αρνητικός, εξαιτίας των αντιλήψεων της εποχής για το επάγγελμα του μουσικού, να του πάρει ένα ούτι. Την εποχή εκείνη οι άνθρωποι της υπαίθρου αλλά και όχι μόνο θεωρούσαν υποτιμητικό το να γίνεις μουσικός και να γυρνάς στις πόλεις και στα χωρία. Αγοράζει το πρώτο του ούτι από τα Λάβαρα με 250 δρχ., ένα χωριό λίγο έξω από το Σουφλί, εκπληρώνοντας έτσι την παιδική του επιθυμία για το μουσικό αυτό όργανο. Τον ίδιο χρόνο πηγαίνει για μία εβδομάδα στην Ορεστιάδα και παίρνει τα πρώτα του μαθήματα από τον Αρμένη δεξιοτέχνη στο ούτι Σαρκίζ, ο οποίος ήταν και ψάλτης της Αρμενικής εκκλησίας του Διδυμοτείχου. Κάποια άλλα μαθήματα όμως παίρνει και από τον λαϊκό οργανοπαίχτη της περιοχής στο ούτι, Γιάννη Νταντή από τον Πύργο Ορεστιάδας. Mετά από αυτά τα πρώτα μαθήματα επιστέφει στο χωριό του. Από εκεί πλέον προσπαθεί να μάθει μόνος του να παίζει τους παραδοσιακούς σκοπούς και τα τραγούδια του χωριού του και της ευρύτερης περιοχής, σχεδιάζοντας μουσικές εισαγωγές και ταξίμια, ενώ συγχρόνως εργαζόταν στα χωράφια του πατέρα του. Οι πρώτες δειλές καλλιτεχνικές εμφανίσεις του έγιναν στα καφενεία του χωριού του, λίγο αργότερα βγήκε παρά έξω, στα διπλανά χωριά.

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε πως κατά την περίοδο εκείνη και συγκεκριμένα το 1950, παντρεύτηκε τη Μόρφω Γρηγορίδου και λίγο αργότερα απέκτησαν μαζί τις δύο κόρες τους τη Θεοπούλα και τη Λαμπριάννα, το 1952 και 1955 αντίστοιχα, οι οποίες έμελλε να τον ακολουθήσουν στο τραγούδι και να βρεθούν στο πλάι στον πατέρα τους, από τα τέλη της δεκαετίας του '60 μέχρι και σήμερα, αποτελώντας τις ποιο αντιπροσωπευτικές γυναικείες φωνές της Θρακιώτικης μουσικής. Έτσι δημιουργήθηκε ένα αναπόσπαστο μουσικό και φωνητικό τρίο της ελληνικής μουσικής παράδοσης και κυρίως της θρακικής.

Το 1954 αγοράζει ένα τζιουμπούς με περίπου 500δρχ. για τους γάμους, τους αρραβώνες, τα πανηγύρια αλλά και κάθε λογής εκδήλωση, επειδή την εποχή εκείνη έπαιζαν οι μουσικοί φυσικά, χωρίς ηχητική υποστήριξη και το τζιουμπούς είχε δυνατότερο ακουστικό ήχο από το ούτι στους εξωτερικούς χώρους. Έτσι, πρώτος ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης εισάγει ένα νέο όργανο στην τυπική ορχήστρα της Θράκης, που γίνεται γρήγορα αποδεκτό από τους τοπικούς μουσικούς, εξαιτίας της χρησιμότητας του, οι οποίοι μάλιστα παραδέχονται ότι το όργανο αυτό το πρόσθεσε πρώτος αυτός, αν και δεν αποκλείεται να παιζόταν από κάποιο άλλο μουσικό σε κάποια περιοχή της Θράκης για προσωπική ευχαρίστηση, σίγουρα όμως δεν το συναντούσε κανείς σε ορχήστρες. Το τζιουμπούς όμως, μετά την βελτίωση με ηχητική υποστήριξη της ακουστικότητας των μουσικών των μουσικών οργάνων, παραμελήθηκε και “αποκαταστάθηκε” το ούτι, με αποτέλεσμα σήμερα να παίζεται από ελάχιστους μουσικούς και να μην χρησιμοποιείται σε ορχήστρες, σχεδόν καθόλου.

To 1960 Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης συλλαμβάνει την ιδέα δημιουργίας τοπικού χορευτικού συγκροτήματος, όπου θα χορεύανε τους χορούς της Θράκης. Αργότερα το μουσικοχορευτικό συγκρότημα αρχίζει να εμφανίζονται σε πολιτιστικές εκδηλώσεις στη Θράκη, αλλά και σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Εδώ αξίζει να επισημάνουμε πως ήταν το πρώτο θρακιώτικο χορευτικό συγκρότημα που εμφανίζονταν για να δώσει παραστάσεις χορεύοντας θρακιώτικους χορούς, γιατί μέχρι τότε στα σχολεία, γυμνάσια αλλά και σε διάφορους άλλους οργανωμένους φορείς της Θράκης που μπορεί να οργάνωναν χορευτικές παραστάσεις, χορεύονταν πανελλαδικοί χοροί. Το συγκρότημα Δοϊτσίδη της Καρωτής θεωρούνταν από τους Θρακιώτες το καλύτερο χορευτικό συγκρότημα της Θράκης. Από 1958, παράλληλα αρχίζει να συμμετέχει σε εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού Ε.Ι.Ρ. Κομοτηνής, όπου κατέβαζε μουσικούς από το Βόρειο Έβρο, οι οποίες θα συνεχιστούν μέχρι το 1968 χρόνια όπου κατεβαίνει οριστικά στην Αθήνα. Στον ραδιοφωνικό σταθμό της Κομοτηνής, γνωρίζεται με τον Λαογράφο Παντελή Καβακόπουλο, οποίος πραγματοποιούσε επιτόπιες έρευνες στην Θράκη. Στη συνέχεια ανεβαίνει στην Καρωτή για να καταγράψει τη μουσικοχορευτική παράδοση της περιοχής. Σ' αυτή του την προσπάθεια τον βοήθησε η οικογένεια Δοϊτσίδη, δίνοντας του πολύτιμο υλικό της περιοχής .

To 1961 με τη μεσολάβηση του Καβακόπουλου γίνεται η πρόταση στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη από την εταιρία Music Box να ηχογραφήσει τραγούδια της Θράκης. Τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησε τότε ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, ήταν εννέα τραγούδια. Μερικά απ' αυτά είναι: «Σ'αυτό τ' αλώνι το φαρδύ», «Μια κόρη μια διαβάτισσα», «Αλάργα ξένη μ' το χορό» κ.α. Στα τραγούδια αυτά συμμετέχει και η Ειρήνη Καβακοπούλου, γυναίκα του Παντελή Καβακόπουλου, ο οποίος μάλιστα ήταν και ο ενορχηστρωτής της συγκεκριμένης ηχογράφησης. Οι μουσικοί που έπαιξαν ήταν: Μανώλης Παπαγεωργίου- κλαρίνο, Δημήτρης Μπάγιας (Λαβίδας) -βιολί, Αριστείδης Μόσχος- σαντούρι, Χρήστος Λαβίδας- κιθάρα, Γιάννης Αγαπητός- κόντρα μπάσο και Φώτης Τσιλιπάνος- κρουστά .

Το 1965 συμμετείχε με την ελληνική αποστολή στο βαλκανικό φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας, μαζί με γνωστούς καλλιτέχνες της δημοτικής μας μουσικής όπως: Ξανθίππη Καραθανάση, Ειρήνη Καβακοπούλου, Γιάννης Δερμιτζογίαννης, Φώτης Πάνου, Μανώλης Παπαγεωργίου κ.α.. Η ελληνική αποστολή κερδίζει το πρώτο βραβείο και τελικά γυρίζει όλες τις μεγάλες πόλεις της Βουλγαρίας δίνοντας συναυλίες.

Το 1968 η μουσικοχορευτική αποστολή της Καρωτής συμμετείχε σε πολιτιστική εκδήλωση που έλαβε μέρος στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Υπεύθυνη της πολιτιστικής εκδήλωσης ήταν η Δόρα Στράτου. Έτσι η Δόρα Στράτου ενθουσιασμένη από τα τραγούδια και τους χορούς της Θράκης, που για πρώτη φορά παρουσιάζονταν στο Αθηναϊκό κοινό, προτείνει στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη να συνεργαστεί μαζί της στο θέατρο της. Μετά από λίγο καιρό, το φθινόπωρο του 1968, κατεβαίνει με το μουσικοχορευτικό συγκρότημα και την οικογένεια του στην Αθήνα, όπου εγκαθιστάτε πλέον μόνιμα το 1969. Στο θέατρο της Δόρας Στράτου δίνει παραστάσεις από το 1968 μέχρι και το 1973, φέρνοντας παράλληλα στο θέατρο μουσικούς και χορευτές από τη Θράκη.

Μετά τη λήξη της συνεργασίας του με τη Δόρα Στράτου, αρχίζει να συνεργάζεται με το μουσικοσυνθέτη Χρήστο Λεοντή και τη Μαρίζα Kώχ σε μπουάτ στην Πλάκα, καθώς επίσης να και κάνει ενορχηστρώσεις σε θεατρικά έργα. Έκτος από τα θεατρικά συμμετείχε ως μουσικός σε μια τηλεοπτική σειρά με πρωταγωνιστή τον Κώστα Βουτσά που γυρίζονταν στην Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα. Στη συνέχεια η οικογένεια Δοϊτσίδη συνεργάζεται με τη Δόμνα Σαμίου, με την οποία επισκέφτηκαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες, το Γιάννη Μαρκόπουλο, το Γιάννη Ξαρχάκο, αλλά και τον Παναγιώτη Μυλωνά, το Χρυσόστομο Μητροπάνο, το Νίκο Μπαζιάνα, το Κώστα Στρατηγάκη, τη Φεβρωνία Ρεβύνθη, σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές της Ε.Ρ.Τ.. Επίσης με το Θανάση Γκαϊφύλλια και τη Μαρίζα Κώχ επισκέφτηκαν όλες τις πρωτεύουσες των κρατών της Σοβιετικής Ένωσης δίνοντας συναυλίες. Την ίδια περίοδο και συγκεκριμένα από το 1971 και μετά αρχίζουν να κυκλοφορούν οι μεγάλοι προσωπικοί της οικογένειας, δίσκοι των 33spv στροφών, ενώ πιο πριν, από το 1961 και μετά είχαν ηχογραφηθεί και αρκετοί δίσκοι 45spv στροφών.

Ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης στην προσπάθεια του να διασώσει το μουσικό πολιτισμό της Θράκης, πραγματοποιούσε κατά καιρούς επιτόπιες καταγραφές-έρευνες. Επίσης για την διάδοση του μουσικού πολιτισμού, λειτούργησε και διατήρησε από το 1980 και για 14 ολόκληρα χρόνια πρώτο και μοναδικό στέκι μουσικής για τους θρακιώτες, το «Θρακιώτικο Στέκι» στην Καλλιθέα, τραγουδώντας την παράδοση της Θράκης.

Το 1985 η οικογένεια Δοϊτσίδη κερδίζει, για τον ενδέκατο σε σειρά μεγάλο δίσκο με τίτλο «Το κάστρο της Θρακιάς», το 1ο βραβείο Οπτιακουστικών Μέσων της Γαλλικής Ακαδημίας που διεξήχθη στο Παρίσι. Συνολικά, η οικογένεια Δοϊτσίδη, έχει κυκλοφορήσει 18 προσωπικούς δίσκους, ενώ παράλληλα έχει στο ενεργητικό της πάρα πολλές συμμετοχές σε δίσκους άλλων μεγάλων καλλιτεχνών, μέσω των οποίων έχουν διασωθεί περισσότερα από διακόσια παραδοσιακά τραγούδια της Θράκης.

Κατά την διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας ο Καρυοφύλλης και οι κόρες Θεοπούλα και Λαμπριάννα Δοϊτσίδη πήραν πολλά βραβεία και υψηλές διακρίσεις για την προσφορά τους στην ελληνική μουσική παράδοση και συγκεκριμένα στην θρακιώτικη, αλλά σημαντικότεροι επιτυχία θεωρήθηκε από τους ίδιους η βράβευση από το χωρίο τους, Καρωτή, το 1997 για την διάδοση και διάσωση της θρακικής μουσικής. Γεγονός πολύ σημαντικό για την οικογένεια, να αναγνωρίζεται η προσφορά της από τον τόπο καταγωγής τους. Ακόμα, και η βράβευση του Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη από την Ένωση Μάρηδων (Θρακικό Σωματείο), το 2002 ως μουσικοσυνθέτη ήταν μια σημαντική αναγνώριση για το έργο που προσέφερε στη Θράκη.

Τα τραγούδια, σε παλαιότερες εποχές, δεν είχαν μουσική επένδυση. Κυρίως τα τραγουδούσαν γυναίκες στο χορό, αλλά και άνδρες κάπως πιο σπάνια, οι οποίοι έλεγαν συνήθως καθιστικά, και οι μουσικοί είτε έπαιζαν οργανικά κομμάτια, είτε επαναλάμβαναν το τραγούδι. Επομένως για να ηχογραφηθούν τα τραγούδια αυτά έπρεπε να δημιουργηθούν εισαγωγές και ανταπόκρισης, ώστε να είναι ακουστικά και χορευτικά ομορφότερα λόγο των αναγκών που δημιούργησε η διαδικασία της εγγραφής του δίσκου. Επομένως ένα πολύ μεγάλο ποσοστό μουσικών εισαγωγών και ανταποκρίσεων των τραγουδιών της Θράκης οφείλονται στον Καρυοφύλλη Δοϊτσίδη .

Ο Καρυόφυλλης Δοϊτσίδης, τραγουδιστής, ενορχηστρωτής και μουσικοσυνθέτης προσέθεσε και ορισμένα δικά του κομμάτια στο μουσικό ρεπερτόριο της Θράκης, όπως: «Γιατί πουλί μ' δεν κελαηδείς», «Τώρα που ήρθε η άνοιξη», «Στέργιος ξεπισμάνιψι», «Στέργιος παντρεύητι», «Η Καρακατσιανή», «Ο δικέφαλος αετός της Θράκης» και αλλά πολλά, τραγούδια τα οποία αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από τους Θρακιώτες και όχι μόνο.

Εκτός από την αρκετά μεγάλη δισκογραφική δραστηριότητα που ανέπτυξε η οικογένεια, γύρισε σχεδόν όλη την Ελλάδα, αλλά και παρά πολλές χώρες του κόσμου όπως Η.Π.Α., Καναδά, Αυστραλία, Μέση Ανατολή, σχεδόν σε όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη κ.α. δίνοντας συναυλίες. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει στο συγκρότημα της οικογένειας και ο εγγονός, ο Νίκος Αγγούσης- Δοϊτσίδης στο κλαρίνο.

ΠΗΓΗ: http://www.doitsidis.gr

ΟΜΟΡΦΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ





όμορφες εικόνες απο το δέλτα του έβρου. Τόπο σπάνιας φυσικής ομορφιάς

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ

Το Διδυμότειχο (στα τουρκικά Dimetoka, βουλγαρικά Димотика) είναι πόλη της Δυτικής Θράκης με 8.374 κατοίκους, έδρα της ομώνυμης επαρχίας του νομού Έβρου.

Βρίσκεται σε απόσταση 90 χιλιομέτρων από την Αλεξανδρούπολη και μόνο 2 χιλιομέτρων από τα σύνορα της Τουρκίας. Είναι παλιά βυζαντινή πόλη. Το όνομά της το πήρε από τα διπλά τείχη της. Πιο παλιά η πόλη λεγότανε Πλωτινόπολη και βρισκόταν κοντά στο σημερινή πόλη του Διδυμότειχου, σε ένα βράχο που σήμερα λέγεται Αγία Πέτρα. **Στον λόφο της Αγίας Πέτρας αφθονούν τα σημαντικά ευρήματα, τα οποία συνήθως κατέληγαν στα χέρια επιτηδείων: αρχιτεκτονικά μέλη, αγάλματα, κοσμήματα, νομίσματα, αλλά και θολωτές κατασκευές, τάφοι, ψηφιδωτά κ.λ.π.. Πολλά από αυτά, τόσο νομίσματα όσο και γραπτές επιγραφές, αναφέρουν το εθνικό "Πώτινουπολ(ε)ίται", ενισχύοντας έτσι τη θέση της ταύτισης του λόφου της Αγίας Πέτρας με την Πλωτινούπολη. ... Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της ευρύτερης περιοχής αποτελεί Η Χρυσή Προτομή: Κατά το έτος 1965 στρατιώτες, οι οποίοι έσκαβαν χαρακώματα, βρήκαν τυχαία χρυσή προτομή γενειοφόρου άνδρα με κοσμημένο θώρακα. Το μέγεθος της προτομής είναι κατά τι μικρότερο του κανονικού, συνολικού ύψους 25cm. Φέρει τριγωνική οπή και παραμόρφωση στην αριστερή παρειά του προσώπου, η οποία προήλθε από κτύπημα σκαπάνης. Πρόκειται για ένα έργο σφυρήλατο, από καθαρό χρυσό 24 καρατίων, με πάχος ελάσματος 1mm και βάρους περίπου 1kg. Η προτομή πιστεύεται πως απεικονίζει τον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο (191-221 μ.Χ.).**

Το Διδυμότειχο είναι σήμερα έδρα μητροπολίτη, δημοτικών σχολείων και άλλων δημόσιων υπηρεσιών. Στο Βυζάντιο ήταν τόπος για εξορία και φυλακή πολιτικών καταδίκων. Σώζονται ακόμα τα δεσμωτήρια που είχε φυλακιστεί ο βασιλιάς της Σουηδίας Κάρολος ΙΒ'. Το μεγάλο τζαμί στη πλατεία της πόλης είναι το αρχαιότερο τζαμί της Ευρώπης.

Η θέση – Το φυσικό περιβάλλον

Το Διδυμότειχο είναι χτισμένο στη συμβολή των ποταμών Έβρου και Ερυθροπόταμου, 950 χλμ ΒΑ της Αθήνας, 100 περίπου ΒΑ της Αλεξανδρούπολης και 80 από τα βουλγαρικά σύνορα. Ο Έβρος, φυσικό σύνορο της χώρας με την Τουρκία, ορίζει την πόλη ανατολικά και σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από 1 χλμ., ενώ ο Ερυθροπόταμος σχηματίζει τα δυτικά και νότια όριά της. Η σύγχρονη οικιστική εικόνα είναι αποτέλεσμα διαδοχικών επεκτάσεων του αρχικού ιστορικού πυρήνα της ακρόπολης που στεγάζει και σήμερα τη λεγόμενη παλιά πόλη στην κορυφή του ασβεστολιθικού λόφου που ονομάζουμε «Καλέ» ή «Κάστρο». Ο λόφος αυτός μαζί με το μικρότερο της Αγίας Πέτρας αποτελούν το δυτικό και νοτιοανατολικό αντίστοιχα όριο οικοδομικής δραστηριότητας του Διδυμοτείχου. Από τις πρώτες, άλλωστε, δεκαετίες του εικοστού αιώνα, ιδιαίτερα όμως μεταπολεμικά, το κέντρο βάρους της οικονομικής και πολιτιστικής ζωής του τόπου έχει βαθμιαία μετατοπισθεί ανατολικά, στις οδούς Βενιζέλου και 25ης Μαϊου και στην αρτηρία από την κεντρική πλατεία μέχρι το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο. Η επιλογή των παραπάνω δρόμων υπαγορεύτηκε από συγκεκριμένες ανάγκες, εφόσον βρίσκονται δίπλα ή πάνω στην Εθνική Οδό που μαζί με τη Σιδηροδρομική Γραμμή προσδιορίζουν τους επικρατέστερους άξονες ανάπτυξης.

Στη φυσική-περιβαλλοντική διαμόρφωση του χώρου κυριαρχεί η κοιλάδα του Ερυθροπόταμου, που αναπτύσσεται κυρίως στα ΒΔ της πόλης, ενώ στα ΝΔ επικρατούν οι χαμηλοί ασβεστολιθικοί λόφοι που παρά την περιορισμένη τους βλάστηση παίζουν σημαντικό ρόλο στην κτηνοτροφία. Η εύφορη λωρίδα του ποταμού Έβρου στα Α της Σιδηροδρομικής Γραμμής και η λεκάνη του Ερυθροπόταμου που προαναφέραμε, εμφανίζουν εδάφη υψηλής παραγωγικότητας και φιλοξενούν το σύνολο σχεδόν της γεωργικής δραστηριότητας του πληθυσμού. Μικρότερης απόδοσης εκτάσεις εντοπίζονται και στα Β της σύγχρονης πόλης. Σε κάποια απόσταση από τη Δ και Β πλευρά της συναντούμε τις σπουδαιότερες δασικές εκτάσεις με ξεχωριστή σημασία το δασάκι «Τσίγλα» στα νότια, φυσικός πνεύμονας για την περιοχή αλλά και οικοσύστημα ειδικού ενδιαφέροντος.

Τα σπήλαια

Ξεχωριστό ενδιαφέρον εμφανίζουν τα δύο φυσικά σπήλαια που εντοπίστηκαν και εξερευνήθηκαν σ’ένα μεγάλο τμήμα τους στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 από την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία. Μολονότι οι προσπάθειες για αξιοποίησή τους δεν έχουν καρποφορήσει, γιατί και στον ευρύτερο χώρο της Θράκης η σπηλαιολογική έρευνα είναι, προς το παρόν, ανεπαρκής, πρέπει να αναγνωριστεί η σπουδαιότητα των γεωλογικών αλλά και αρχαιολογικών στοιχείων που έφεραν στο φως οι πρώτες έρευνες στο εσωτερικό τους.

Το σπήλαιο της ακρόπολης ή «Καγιάλι»

Η είσοδός του βρίσκεται στη δυτική πλευρά του λόφου της ακρόπολης, απέναντι σχεδόν από το «Πεντάζωνο», βυζαντινό πύργο στην Α όχθη του Εριθροπόταμου. ανάμεσά τους περνά ο ασφαλτόδρομος που από τη μικρή γέφυρα στα ΝΔ της πόλης οδηγεί στη Δ της είσοδο. η θέση του σπηλαίου ήταν γνωστή στους ντόπιους από παλιά και είχε δώσει αφορμή για την επινόηση πολλών θρύλων που ήθελαν την είσοδο αυτή να βγάζει στην κορυφή του «Καλέ».

Η πρώτη συστηματική έρευνα πραγματοποιήθηκε στα 1963 από μέλη της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας με επικεφαλή τον Ι. Ιωάννου. Το μήκος της σπηλιάς σε νοητή ευθεία ξεπερνά τα 150 μέτρα και το ύψος της κατά περιοχές τα 30. Η επιφάνεια στο εσωτερικό της βαθαίνει σε αρκετά σημεία φτάνοντας σε ορισμένα τα 3 μέτρα από το επίπεδο της εισόδου. Αμέσως μετά το στόμιο συναντά κανείς μια ορθογώνια αίθουσα μικρών διαστάσεων που καταλήγει σε δύο διαδρόμους. Ο νοτιότερος είναι φαρδύτερος και αδιέξοδος. Ο δεύτερος όμως, ιδιαίτερα στενός, οδηγεί μετά από πορεία 100 περίπου μέτρων σε δύο συνεχόμενες αίθουσες ακανόνιστου σχήματος και αρκετά μεγάλων διαστάσεων. Η έλλειψη αρχαιολογικής έρευνας στο εσωτερικό του σπηλαίου δε μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε βάσιμα ότι στο παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί σαν χώρος εγκατάστασης. Στον πρώτο του θάλαμο πάντως εντοπίστηκε μεγάλη ποσότητα από θραύσματα κεραμεικών σκευών που είχε ενώσει το λιθωματικό υλικό. Πρόσφατα, το σπηλαιο χρησιμοποιήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από τους κτηνοτρόφους της περιοχής για τα κοπάδια τους.

Η μηχανική ενέργεια του νερού αποτελεί τη σοβαρότερη διαδικασία δημιουργίας του σπηλαίου. Στα τελευταία του τμήματα μπορεί κανείς να παρατηρήσει τις κύριες εστίες διεύρυνσής του, τις πιο χαρακτηριστικές νερογλυφές και ανάμεσά τους τη σπουδαιότερη που εντοπίστηκε στην προτελευταία αίθουσα, με κωνικό σχήμα και ύψος περίπου 30 μέτρα. το πιο αξιόλογο εύρημα της σπηλαιολογικής αποστολής αλλά και το περισσότερο αποκαλυπτικό για τη γεωλογική ιστορία του τόπου είναι ένα δείγμα απολιθώματος από την είσοδο που ανήκει σε κοράλλι του τύπου Cladocora Cespitosa. Παρά την κακή διατήρησή του, το εύρημα οδήγησε στα παρακάτω συμπεράσματα: Την εποχή σχηματισμού της αποικίας των κοραλλιών στα οποία πιστεύεται ότι ανήκει το απολίθωμα, η είσοδος του σπηλαίου πρέπει να βρισκόταν σε βάθος περίπου 20 μέτρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και όχι ιδιαίτερα μακριά από την ακτή. Αν υπολογίσουμε ότι σήμερα το ίδιο σημείο βρίσκεται 60 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι μεσολάβησε ανάδυση του χερσαίου τμήματος κατά 80 περίπου μέτρα, κίνηση από τις πιο σημαντικές σε πανελλαδική κλίμακα.

Η παραπάνω διαπίστωση αποδεικνύει τη σπουδαιότητα που θα είχε μια μελλοντική λεπτομερής μελέτη από ομάδα γεωλόγων, προκειμένου να αναζητηθούν και άλλα απολιθώματα στο εσωτερικό του σπηλαίου, αλλά και να διαπιστωθεί η ηλικία των σχηματισμών που αποτελούν σήμερα το δάπεδό του. Η σημασία των πορισμάτων μιας τέτοιας έρευνας για τη γεωτεκτονική και την παλαιογεωγραφία της περιοχής είναι προφανής.

Το σπήλαιο «Βούβα»

Ανάμεσα στο Διδυμότειχο και στο χωριό Κουφόβουνο που βρίσκεται στα δυτικά του, ερευνήθηκε στα 1962 από πενταμελή ομάδα της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας με επικεφαλή τον Α. Βραχιολίδη ένα ακόμη σπήλαιο που εμφανίζει αρκετά χαρακτηριστικά κοινά με εκείνο της ακρόπολης. Έχει όμως επιπλέον ξεχωριστό αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Η είσοδός του βρίσκεται πάνω στην οδική αρτηρία, απέναντι από το λατομείο και 10 μέτρα περίπου ψηλότερα από το επίπεδο του δρόμου. Το χαμηλό αλλά αρκετά φαρδύ στόμιο – στη βόρεια απότομη παρειά του ομώνυμου ασβεστολιθικού λόφου – οδηγεί αμέσως στην πρώτη αίθουσα, με εντυπωσιακές πραγματικά διαστάσεις, αρκετό ύψος και επίπεδο δάπεδο σε όλη της σχεδόν την έκταση. Το έδαφος σκεπάζεται σήμερα από παχύ στρώμα στάχτης, αποτέλεσμα της φωτιάς που τόσα χρόνια ανάβουν οι κτηνοτρόφοι της περιοχής, βρίσκοντας καταφύγιο στο εσωτερικό της σπηλιάς για τους ίδιους και τα κοπάδια τους.

Δύο στενές δίοδοι οδηγούν στα βαθύτερα σημεία της που έχουν γίνει επανειλημμένα αφορμή θρύλων για σύνδεση της «Βούβας» με το «Κάστρο» του Διδυμοτείχου ή ακόμα και με το Σουφλί. Από τα πρώτα κιόλας μέτρα μπορεί κανείς να δει σταλακτίτες και σταλαγμίτες μεγάλων διαστάσεων που βαθύτερα πολλαπλασιάζονται και αποτελούν μοναδικό θέαμα για τον επισκέπτη. Το γεγονός πάντως ότι το σπήλαιο δεν έχει μέχρι τώρα αξιοποιηθεί και δεν είναι, προς το παρόν, επισκέψιμο, κάνει ιδιαίτερα δύσκολη την πορεία στο εσωτερικό του, λόγω της μικρής περιεκτικότητας σε οξυγόνο, του ανώμαλου σε πολλά σημεία εδάφους και των επικίνδυνων χασμάτων που ανοίγονται συχνά στο δάπεδο. Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές ανακοινώσεις της αποστολής του 1962, η συνολική του έκταση δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια λόγω του σχεδίου του που χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό διαδρόμων και εξαιρετικά δαιδαλώδη κάτοψη αλλά και επειδή δεν εξερευνήθηκε σε όλο του το βάθος.


* Το κείμενο μεταξύ των διπλών αστερίσκων (** ... **) προέρχεται από το βιβλίο "Διδυμότειχο, μια άγνωστη πρωτεύουσα" του Αθανάσιου Ι. Γουρίδη, διδάκτωρ του "Αριτοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης".

ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΕΔΙΑ

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

ΧΡΟΝΗΣ ΑΗΔΟΝΙΔΗΣ


Ο πιο γνωστός σύγχρονος Θρακιώτης τραγουδιστής με πανελλήνια ακτινοβολία και απήχηση, γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1928 στην Καρωτή, ένα μικρό χωριό περιτριγυρισμένο από λόφους, στη βόρεια πλευρά της κοιλάδας του Ερυθροπόταμου, 8-9 χιλιόμετρα από το Διδυμότειχο. Τουρκοκρατούμενη αυτή η περιοχή της Θράκης μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα, περιλαμβάνει κυρίως πεδινά γεωργοκτηνοτροφικά χωριά. Στην Καρωτή ήρθε να εγκατάσταθεί μόνιμα ο προπάππος του (από την πλευρά του πατέρα του) φεύγοντας από την Αδριανούπολη.



Ο πατέρας του Χρόνη, Xρήστος Αηδονίδης (1901-1991), το γένος Δοϊτσίδη, ήταν ένας από τους λίγους κατοίκους της περιοχής που έμαθε γράμματα σε κείνους τους δύσκολους χρόνους (άσκησε περιστασιακά και τα καθήκοντα του δασκάλου). Έπίστρατος στη Μικρασιατική εκστρατεία, έταξε τον εαυτό του να υπηρετήσει τον Αϊ-Γιώργη άμα γλιτώσει απ' τον πόλεμο και επιστρέφοντας στο χωριό του σώος, χειροτονείται ίερεας. Ο παπα-Χρήστος είναι αυτός που θα δώσει τα πρώτα μαθήματα ψαλτικής στον μικρό του γιό.



Ο Πολύχρόνης Αηδονίδης ανατράφηκε ακούγοντας τους παραδοσιακούς σκοπούς και τα τραγούδια που τραγουδούσε η μητέρα του, η παπαδιά. Η κυρα-Χρυσάνθη (γ.1905) είναι από τα Βρυσικά, χωριό που το χωρίζει από την Καρωτή ο Ερυθροπόταμος. Καλλίφωνη, επηρεασμένη από την εκκλησιαστική μουσική (μιας κι έψελνε κιόλας) και τα αργά τραγούδια της Αν.Θράκης, σοβαρή, δραστήρια και καλλιεργημένη, ήταν πάντα καλοδεχούμενη στους χορούς που γίνονταν στο ύπαιθρο και περιζήτητη στους γάμους και τις γιορτές, γιατί τραγουδούσε καλά και ήξερε το τυπικό. Αυτή άνοιγε συνήθως το γαμήλιο γλέντι με κάποιον αργό τραπεζικό σκοπό. Στους χορούς που τελούνταν στο χοροστάσι ή το μισοχώρι όπως ελεγαν την πλατεία του χωριού, πρωτοστατούσαν συνήθως τέσσερις γυναικείες φωνές χωρισμένες σε δυο ζευγάρια, το πρώτο κοντά στο κεφάλι του χορού και το δεύτερο στη μέση. Τραγουδούσαν δυνατά και στην ψηλότερη περιοχή της φωνής τους για να ακούγονται και να κρατούν το χορό στο ρυθμό, δίνοντας έτσι έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στο τραγούδι. Αυτό το άκουσμα ταίριαζε και με την γκάιντα ή το καβάλι (μακριά ξύλινη φλογέρα), όργανα που συνήθως συνόδευαν το γλέντι όταν άναβε για τα καλά.
Από αφήγηση της κυρα-Χρυσάνθης

"... Τις Κυριακές πήγαιναν στ' αλώνια, στις γειτονιές και χόρευαν. Στο μισοχώρι πήγαιναν μόνο στις μεγάλες γιορτές. Ο χορός ξεκίναγε το πρωί, πριν το φαγητό. Πολλές φορές, αν άναβε το κέφι, τραβούσε μέχρι το βράδυ. Δεν υπηρχε φως και διαλυόταν με το σκοτάδι, εκτος και πήγαιναν στα καφενεία που είχαν λουξ. Στο μισοχώρι βγαίναν τα κορίτσια και τραγουδούσαν και χόρευαν. Κι όταν τους έκανε κέφι στους άντρες και τα παλληκάρια, έπαιρναν και τα λαλήματά τ'ς κι έρχονταν κατά το βραδάκι και διασκέδαζαν όλοι μαζί. Η γκάιντα, κάνα γκαρνέτο, επαιζαν στη μέση του χορού. Οι παντρεμένες σπάνια έμπαιναν στο χορό με τα κορίτσια. Έμπαιναν με τους άντρες και τα λαλήματα. Στο χορό δεν μπορούσε να πιάσει ένα αγόρι ένα κορίτσι από το χέρι. Έπρεπε να 'ναι συγγενής και να τον ξέρει κι ο κόσμος οτι είναι συγγενής για να 'ρθει κοντά στην κοπέλα. Στα νυχτέρια για να γνέσουν μαζεύονταν, τραγουδούσαν οι μανάδες, αλλά για τα κορίτσια ήταν κέρβεροι..."

Ποιός θα προκόψει μ' αυτά τα τραγούδια;

Έτσι ο μικρος Χρόνης, δευτερότoκoς γιος και αδυναμία της κυρα-Χρυσάνθης, διαμόρφωνε κοντά της με αβίαστο και σίγουρο τρόπο το μουσικό του αισθητήριο. Στα χωράφια, που από μικρός συνόδευε τους γονείς του για να βοηθήσει στις αγροτικές δουλειές, άκουγε τους μερακλήδες να τραγουδούν και τύπωνε τα τραγούδια τους, χωρίς να του έχει περάσει από το νου οτι κάποια μέρα θα τα τραγουδούσε. Επίσης, από μικρός πήγαινε στην εκκλησία και άρχισε δειλά-δειλά να ψέλνει κάποια εύκολα τροπάρια, γοητευμένος με κάθε τι που είχε σχέση με τη φωνή και τους "μαλακούς" ήχους. Τότε, όλα τα γλέντια στο χωριό τα στήριζε το τραγούδι με σκέτες φωνές και μερικές φορές με γκάιντα - σπάνια με καβάλι και λύρα. Στις μεγάλες γιορτές έρχονταν λαλήματα, συνήθως ζουρνάδες με νταούλια ή κομπανίες με βιολιά και κλαρίνα, τα γκαρνέτα οπως τα έλεγαν. 'Όταν για πρώτη φορά είδε στο χωριό κομπανία (ένα ούτι μ' ενα βιολί), ο οκτάχρονος Χρόνης δεν πήγε σπίτι όλη την ημέρα. Καθισμένος έξω από το καφενείο, ένιωσε να τον συνεπαίρνει ο πρωτόγνωρος ήχος των "μαλακων" οργάνων με τους γλυκείς σκοπούς. Είχαν λεπτό και μαλακό ήχο σε σχέση με τους τραχείς και χοντρόφωνους ζουρνάδες. Του φαινόταν πως άκουγε θείκή μουσική. Όμως η μάνα του τον ήθελε να γίνει παπάς ή ψάλτης, όχι τραγουδιστής. 'Άλλωστε τότε ποιός το έβαζε στο νου του να γίνει τραγουδιστής; Αυτά τα τραγούδια δεν τα λογάριαζαν, δεν τα εκτιμούσαν ως εκφράσεις μιας λαϊκής τέχνης με αξιώσεις αισθητικής απόλαυσης, τα βλέπαν μόνον από τη σκοπιά της κoινωνικής τους λειτουργίας και σαν τέτοια τα χαίρονταν. Γι' αυτό, θα πει χαρακτηριστικα η κυρα-Χρυσάνθη, απηχώντας αντιλήψεις μιας άλλης επoχής: "Ποιός θα προκόψει μ' αυτά τα τραγούδια";

Πορεία προς την Αθήνα

Τα δύσκολα -ιδιαίτερα στον Έβρο- χρόνια της Kατoχής και του 'Εμφύλιου βρίσκουν τον Χρόνη στο Διδυμότειχο, μαθητή στο τοπικό Γυμνάσιο. Εδώ παίρνει και τα πρώτα συστηματικά μαθήματα βυζαντινής μoυσικής από τον σπουδαίο ανατολικοθρακιώτη πρωτοψάλτη Μιχάλη Κεφαλοκόπτη, ενώ παράλληλα μαθαίνει θεωρητικά πλάι στον ψάλτη Μανάκα. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο το 1948, υπηρετεί για ενα χρόνο ως κοινοτικός δάσκαλος στα Πετρωτά, το τελευταίο χωριό προς Βορρά πριν τη βουλγαρική μεθόριο, ενώ το 1949 βρίσκεται στην "παιδούπολη" της Ρόδου, σε αναζήτηση επαγγελματικού προσανατολισμού και απόκατάστασης. Στη συνέχεια κατάλήγει στην Αθήνα ψάχνοντας για δουλειά. Τον Μάρτιο του 1950 προσλαμβάνεται στο "Σισμανόγλειο" Νοσοκομείο και, αφού περάσει από διάφορες θέσεις και υπηρετήσει επί σειρα ετών στο λογιστήριο, συνταξιοδοτείται τον Απρίλιο του 1988.
To ραδιόφωνο

Εδώ, στο Σισμανόγλειο, ήρθαν και τον βρηκαν, το καλοκαιρι του 1953, ο λογογράφος Π. Παπαχριστοδούλου μαζί με τον μουσικό Παντελή Καβακόπουλο, οι οποίοι αναζητούσαν έναν καλό θρακιώτη τραγουδιστή για την εκπομπή πού είχαν στο ραδιόφωνο με παραδοσιακά τραγούδια."Εγώ αυτά τα τραγούδια ντρέπομαι να τα πω", ήταν η πρώτη αντίδρασή του. "Που να ανοίξεις το στόμα σου να πεις τραγούδι, έξω από τη Θράκη", εξομολογείται ο ίδιος. Χρειάστηκε λοιπόν, αρκετή προσπάθεια και η επιστράτευση του κύρους του γυμνασιάρχη Παπαχριστοδούλου, για να πεισθεί ο νεαρός Χρόνης να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς του και να τραγουδήσει. Όμως η πρώτη ραδιοφωνική του εκπομπή τον Οκτώβριο του '53 είχε τέτοια απήχηση, που δεν άφηνε πιά περιθώριο για υπαναχωρήσεις.

Έτσι, από τότε και για τρία περίπου χρόνια συμμετείχε σε εκπομπές με τη χορωδία και την ορχήστρα του Π. Καβακόπουλου. Τα ραδιόφωνα είχαν αρχίσει ήδη να διαδίδονται στην επαρχία και ήταν η πρωτη φορά που ακούγονται τα τραγούδια των αγροτικών περιοχών της Ελλάδας πέρα από τα στενά γεωγραφικά τους όρια. Ήταν το έναυσμα που έδωσε την ευκαιρία σε μουσικούς, οργανοπαίκτες και μερακλήδες να μάθουν τι πλούτος υπήρχε δίπλα τους. 'Έτσι και στην περίπτωση του Χρόνη Αηδονίδη ήταν η πρώτη φορά που τα τραγούδια της Δυτ.Θράκης ακούστηκαν στον τόπο τους αλλά και σε πανελλαδική κλίμακα, και μάλιστα με συνοδεία ορχήστρας παραδοσιακών οργάνων. Βέβαια, για τις ανάγκες της εκπομπής, η ορχήστρα, με μικρες αλλαγές, έπαιζε σκοπούς και τραγούδια απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας. Αν και συμμετείχαν σε αυτή την ορχήστρα πολύ καλοί μουσικοί, το τελικό αποτέλεσμα ήταν η ομογενοποίηση,κατά κάποιο τρόπο, του ύφους της εκτέλεσης. Το πρόβλημα εντοπιζόταν περισσότερο στις περιοχές που εΙχαν ιδιόμορφο μουσικό "χρώμα", όπως η Δυτ. Θράκη με σκοπούς και ρυθμούς που "ξένιζαν". Παρ' όλα αυτά ο τρόπος που παρουσιάζονταν τα τραγούδια, από το έγκυροκαι παντοδύναμο εκείνη την εποχη ραδιόφωνο, διέπλασε μια μουσική αισθητική και δημιούργησε άνα επίπεδο αναφοράς. Σ' αυτό τα πλαίσιο, η μουσική συμβολή του ραδιοφώνου και ειδικότερα του τραγουδιστή Χρόνη Αηδονίδη στη διαμόρφωση αυτόύ που σήμερα εννοούμε ως "θρακιώτικο ύφος", υπήρξε αναμφισβήτητα σημαντική.
Η δισκογραφία στη Θράκη

Σημειώνουμε εδώ ένα ακόμη γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της πρώτης παρουσίας του Χρόνη Αηδονίδη: μέχρι εκείνη την εποχή δεν είχαμε καθόλου θρακιώτικη δισκογραφία (78 και 45 στροφών), αντίθετα με άλλες περιοχές όπως η Νότια Ελλάδα, η Ήπειρος, η Κρήτη και η Μ.Ασία. Έτσι, η Θράκη ευτύχησε να βρει έναν μεγάλο έρμηηνευτή από την αρχή ήδη της διάδοσης της μουσικής της απ' τα μέσα μαζικής επικοινωνίας.


Άξιζει ίσως να υπενθυμίσουμε οτι από τους θρακιώτες τραγουδιστές μόνο δύο (που είναι και οι σημαντικότεροι) έτυχε να γίνουν γνωστοί σε πανελλήνια κλίμακα: οι Χρόνης Αηδoνίδης και Καριοφύλλης Δοϊτσίδης, οι οποίοι ουσιαστικα διαμόρφωσαν το υφος του θρακιώτικου τραγουδιου σήμερα. Είναι αραγε τυχαίο το γεγονός οτι και οι δύο (μαζι με τον νεότερό τους Βαγγέλη Δημούδη) κατάγονται από το ιδιο χωριό, την Καρωτή; Πάντως, αυτό το γεγονός εΙχε ώς συνέπεια, αν και οχι προφανή, το μουσικο υφος και το ρεπερτόριο της Καρωτης να απόκτήσει δυσαναλογα μεγάλη βαρύτητα στη διαμόρφωση του προς τα εξω μουσικου προσώπου της Δυτ. Θράκης. Ή περιορισμένη απήχηση των λοιπών ντόπιων μουσικών και τραγουδιστών, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική τους αξία, οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους:

α. Ή δισκογραφία τους , σημαντικα μικρότερη, ερχεται χρονικα πολύ αργότερα από αυτήν του Χρόνη Αηδονίδη και του Καριοφύλλη Δοϊτσίδη, ενώ κυκλοφορεί συνήθως μόνο στην περιoχή της Θράκης.

β. Το σημαντικότερο όμως είναι οτι, πέρα από τη Θράκη, δεν υποστηρίζουν την καλλιτεχνική παρουσία τους στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα με δισκογραφία πλατιάς κυκλοφορίας, με συναυλίες και με τακτικές εμφανίσεις στο κεντρικό κρατικό ραδιόφωνο και κυρίως στην τηλεόραση.
Η βυζαντινή μουσική
Μεγέθυνση
Διδυμότειχο
1948
Μετά το πρώτο ξεκίνημα, σιγά-σιγά σμιλεύεται η εκφραστική ωριμότητα του Χρόνη Αηδονίδη και κυρίως η ιδιαίτερη επίδοση στους αργούς και δύσκολους σκοπούς.
Σε τραγούδια που όταν τα έλεγε, σταματούσαν ολοι γύρω του και άκουγαν. Το πρώτο αργό τραγούδι που είπε στον ραδιοφωνικό σταθμό (Ε.Ι.Ρ.) ήταν το "Βαγγέλης καπετάνιος". Τραγουδούσε με κλειστά μάτια προσηλωμένος στο μικρόφωνο. Μόλις τελείωσε, γύρισε και εέδε τον Τάσο και τον Φώτη Χαλκιά - που τον συνόδευαν στην ορχήστρα - να είναι βουρκωμένοι. Αυτό του έδωσε κουράγιο και δύναμη να συνεχίσει, λέει ο ίδιος.

Τα αργά τραγούδια πάντα τον εντυπωσίαζαν, αλλά κατάλαβε την ιδιαίτερη αξία τους όταν άρχισε να μαθαίνει βυζαντινή μoυσική, οπότε έκανε συσχετίσεις "ηχων" και μελωδικών φράσεων: αυτό μοιάζει με κείνο... Πρέπει να σημειώσουμε εδώ οτι τα αργά τραγούδια, σε σύγκριση με τα χορευτικά, διαθέτουν συνήθως πιο περίτεχνη μουσική δομη - αν επιτρέπεται ο όρος. Πολλές φορές δε, μαρτυρούν δημιουργό γνώστη ή άτομο με αντίληψη στη θεωρία και τα μυστικά του ανατολικού μουσικού συστήματος. Ένος συστήματoς, του οποίου οργανικό τμήμα αποτελεί η (Εκκλησιαστική) βυζαντινή και η δημoτική μας μoυσική. Φιλομαθής και μεθοδικός όπως είναι ο Χρόνης Άηδονίδης, από τα πρώτα χρόνια που βρίσκεται στην Aθηνα, μελετά συστηματικά τη βυζαντινή μουσική και θεμελιώνει καλά τις θεωρητικές του γνώσεις με τον Χατζηθεοδώρου (1954-1956). Από το 1956 ξεκινάει η μακρόχρονη συνεργασία του με τον Σίμωνα Καρά στο ραδιόφωνο και αλλού, ενώ στη Σχολή του "Συλλόγου προς Διάδοσιν της Έθνικης Μουσικής" μαθαίνει περισσότερα για το σύνολο της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής (Εκκλησιαστικής και κοσμικής).
Έβαλε μόνο τη φωνή του

Στο τέλος της δεκαετίας του '50 αναλαμβάνει, σε συνεργασία με τον Πολ. Παπαχριστοδούλου, την ευθύνη ραδιοφωνικης εκπομπής, για τρία περίπου χρόνια, αποκλειστικά με θρακιώτικα τραγούδια. Είναι η εποχή που μέσα από τον προβληματισμό και την εσωτερική αναζήτηση, κατασταλάζει σε μια ερμηνευτική διαφοροποίηση ως προς το ύφος που προσιδιάζει στις διάφορες περιοχές: Δυτική, Ανατoλική, Βόρεια Θράκη και τις συγγενείς τους, Προποντίδα και Μ. Ασία. Είναι η εποχή που προσπαθεί να εφαρμόσει τη σοφή συμβουλή του Χατζηθεοδώρου: "Όταν ψέλνεις, να ψέλνεις και όταν τραγουδας, να τραγουδάς. Πρόσεξε να μην μπλέξεις αυτά τα δύο διαφορετικά πράγματα, ούτε σαν έκφραση ούτε σαν παρουσία. Άλλο ψάλτης στην εκκλησία κι άλλο τραγουδιστής!"

Στο μεταξύ, έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί οτι έχει μια ιδιαίτερη έφεση στα αργά τραγούδια, τα οποία αντιμετωπίζει όχι μόνο σαν "υλικό" προς ερμηνεία, αλλά, ανάλογα με την περίπτωση, και σαν βάση για πρωτογενή δημιουργία. 'Έτσι, μερικές φορές, όταν έβρισκε κάποιο σκελετό, κάποιο απόσπασμα από ενα αργό θρακιώτικο τραγούδι, το επεξεργαζόταν μουσικά και το αναδημιουργούσε. Βέβαια όσα είχε μάθει από τη μάνα του -κι αυτά είναι τα πιο πολλά- ήταν ήδη ετοιμα ή τουλάχιστον διέθεταν έναν πλήρη σκελετό, ήταν τοποθετημένα στον σωστό ήχο. Σ' αυτά, ελάχιστα πράγματα προσέθεσε ή διόρθωσε. Εδώ απλά έβαλε μόνο τη φωνή του. Σε άλλα πάλι τραγούδια οπως: "Τρία καράβια", "Βασίλεψε Αυγερινός", "'Όλοι με λέν' τραγούδησε", "Καλότυχά 'ναι τα βουνά", "τ' αηδόνια της Ανατολης", "Μια καλή γειτονοπούλα", "της Αρτας το γεφύρι" , "Καλώς ωρίστε φίλοι μου", τους προσέδωσε μια αρκετά διαφoρετική όψη από αυτή που πιθανώς είχαν αρχικά αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, τους έβαλε την προσωπική του σφραγίδα.

Και είναι ακριβώς εδώ που η πρoσφυγή στην αυστηρή κρίση της μάνας του λειτούργησε ως δείκτης κοινωνικής κατακύρωσης και αποδοχής: Όπως τα λέει ο Χρόνης, δεν μπορώ να τα πώ εγω η ίδια! Η μουσική της Θράκης ταίριαζε με τη μουσική της εκκλησίας, αν και τα χαλνούσαν. Ενώ τα μάθαιναν από έναν ψάλτη, μετά τα 'λεγαν απλά. Ως κι εγώ από τη μάνα μου, μετά τα 'λεγα απλά. Μόλις το 'παιρνε ο Πολυχρόνης το τραγούδι, τα 'κουγα αλλοιώτικο 'γώ. Το 'φτιαχνε, το κεντούσε... πως το λένε! Μ' άρεζε, τα διόρθωνε. Αλλά να είναι όμως στο μέτρο του, στην τάξη του, να μην είναι παράφωνα, αταίριαστα.

Εδώ φαίνεται να επιβεβαιώνεται ο δημιουργικός ρόλος κάθε προικισμένου (επώνυμου ή μη) καλλιτέχνη, ο οποίος πατώντας στέρεα σε μια λαϊκή παράδοση τη μετασχηματίζει, καταθέτοντας τη δική του συνεισφορά. Άλλωστε οι δημιουργοί ήσαν παντα επώνυμοι στην εποχή τους, σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα. Ο χρόνος όμως έσβησε τα ονόματά τους και εμείς, που δεν είμαστε σε θέση να τα γνωρίζουμε πια, καταφεύγουμε συχνά και εύκολα στην ερμηνεία της "συλλoγικής" και "ανώνυμης" δημιουργίας. Όμως, η "ανώνυμη" μουσική δημιουργία έγινε επώνυμη από τη στιγμή που καταγράφτηκε (στο χαρτί και πολύ περισσότερο σε δίσκο) και υπογράφτηκε από το δημιουργό της.

Η ωριμότητα του ερμηνευτή
Σήμερα, κάνοντας έναν πολύ σύντομο απολογισμό της ερμηνευτικής του πορείας, ο Χρόνης Αηδονίδης θα πει επιγραμματικά: Τα τραγούδια που έλεγα το 1953 πιθανόν να ήταν πιο γνήσια, αλλά ήταν πιο απλά και απελέκητα, σαν ατελείωτα. Τώρα ξέρω που πονάει το κάθε τραγούδι, που θέλει διόρθωση, πως πρέπει να ειπωθεί. Και είναι αλήθεια οτι, όποιος συγκρίνει τις ηχογραφήσεις του από τους πρώτους δίσκους μέχρι τους πρόσφατους, μπορεί εύκολα να καταλάβει πως τη νεανική φρεσκάδα έχει αντικαταστήσει προοδευτικά η γνώση και η ερμηνευτική ωριμότητα.


Η πορεία του λοιπόν αυτά τα σαράντα χρόνια, υπήρξε συνεχής και ανοδική, ενώ παραμένει υπόδειγμα "ερασιτέχνη" τραγουδιστή - με την πρωταρχική έννοια της λέξης - μακριά από την εμπορευματοποίηση και τη φθοροποιό δουλειά στα νυχτερινά κέντρα, δίνοντας έτσι το μέτρο του καλλιτεχνικού, όπως και του ανθρώπινου ήθους που τον διακρίνει.

Τις τελευταίες δεκαετίες ο τραγουδιστής Χρόνης Αηδονίδης αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο, ιδιαίτερα ως ερμηνευτής των αργών μελισματικών τραγουδιών της Αν. Θράκης, με το χαρακτηριστικό "βυζαντινίζον" χρώμα τους. Έτσι, στο πρόσωπο του Χρόνη Αηδονίδη έρχεται να βρει τον καλύτερο εκφραστή της η άποψη που θέλει το παραδοσιακό τραγούδι να προέρχεται από τη βυζαντινή μουσική σε μια άρρηκτη συνέχεια. Αυτή η τελευταία διαπίστωση, νομίζουμε οτι αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους που συμβάλουν στην πλατύτερη αποδοχή του ως ερμηνευτή.

Ο ίδιος συνεχίζει να δουλεύει αθόρυβα πάνω στη μουσική παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του, συλλέγοντας μερικές εκατοντάδες τραγούδια, με κεντρικό πυρήνα αυτά που έμαθε από τη μάνα του. Τραγούδια που καθημερινά χάνονται και που μόνον ένα μικρό μέρος τους έχει ήδη εκδοθεί σε δίσκους, οι οποίοι μάλιστα στην πλειονότητά τους δεν κυκλοφορούν πια ή είναι δυσεύρετοι. Η αξιόλογη δισκογραφική παρουσία του Χρόνη Αηδονίδη περιλαμβάνει δίσκους μικρής διάρκειας (45 στρ.) και μεγάλης διάρκειας (33 στρ.), ενώ συμμετέχει στον πρώτο καΙ μοναδικό, απ' οσο γνωρίζουμε, δίσκο 78 στροφών με τραγουδι της Δυτ. Θράκης (βλ. δισκογραφία). Παράλληλα, η παρουσία του σε εκπομπές ραδιοφώνου και τηλεόρασης, σε συναυλίες και εκδηλώσεις είναι συχνή, ενώ γνώρισε και συνεργάστηκε με αρκετούς από τους σπουδαιότερους λαϊκούς μουσικούς της μεταπολεμικής Ελλάδας.

ΠΗΓΉ:http://www.aidonidis.gr

ΣΟΥΦΛΙ

Το Σουφλί είναι πόλη στο Νομό Έβρου. Είναι κυρίως γνωστό για την βιομηχανία του μεταξιού που αναπτύχθηκε εκεί τον 19ο αιώνα. Η πόλη είναι τοποθετημένη στην ανατολική μεριά του λόφου του Προφήτη Ηλία, ενός από τα τελευταία υψώματα της Ροδόπης. Είναι η έδρα του Δήμου Σουφλίου και βρίσκεται στο κέντρο του Νομού Έβρου, 65 χλμ βόρεια της Αλεξανδρούπολης και 50 χλμ νοτιοδυτικά της Ορεστιάδας. Το κέντρο της πόλης βρίσκεται σε απόσταση 500 μ. από τον Ποταμό Έβρο.

Ιστορία

Αρχαιολογικά ευρήματα πιστοποιούν οτι η περιοχή κατοικούνταν κατα την διάρκεια της Ελληνιστικης περιόδου. Σύμφωνα με τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή που αναφέρεται σε αυτό το 1667 με το όνομα Σοφολού (Sofulu), το Σουφλί ήταν ένα κεφαλοχώρι απαλλαγμένο απο τους φόρους της Οθωμανικής τότε αυτοκρατορίας. Η άνθιση του άρχισε τον 19ο αιώνα, και αποτελούσε ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο. Η δημιουργία του σιδηροδρομικού σταθμού το 1872 συνέβαλε σημαντικά στην οικονομική του ανάπτυξη. Ο πληθυσμος του αυξανόταν εντυπωσιακά και ενώ το 1877 είχε γύρω στους 4.680 κατοίκους το 1908 ανέβηκε στους 12.000-13.000. Το Σουφλί γίνεται γνωστό κυρίως για το μετάξι, 4 εργοστάσια δημιουργούνται (των Αζαρία και Πάπο (1908), των Τζίβρε (1920), του Π. Χατζησάββα, του Τσιακίρη (1954), και το κρατικό εργοστάσιο), όμως δεν είναι η μόνη ασχολία των κατοίκων, ανάπτυξη έχει παρουσιάσει η αμπελουργία και η οινοποιεία όπως και η καροποιεία και η σιδηρουργία.

Μετά την Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 η Ανατολική Θράκηκαι η Ρωμυλία πέρασαν στην κυριότητα του νεοσύστατου τουρκικού κράτους. Έτσι, το Σουφλί με την ανακατανομή της γής έχασε μια σηματική έκταση των 70.000 στρεματων που ήταν γεμάτη απο μορεόδεντρα τα οποία αποτελούσαν και την μόνη τροφή του μεταξοσκώληκα. Με την εισαγωγή του εμπορίου του μεταξιού στο φορολογικό πλαίσιο της Ελλάδας επήλθε μείωση της παραγωγής και των εξαγωγών σε άλλες χώρες. Το τελειωτικό και πιο ισχυρό τύπημα ήλθε με την ανακάλυψη της τεχνητής μεταξωτής ίνας.Το γεγονός αυτό σταμάτησε την ανοδική πορεία της σηροτροφίας. Εκείνη την εποχή στο Σουφλί λειτουργούσαν 4 εργοστάσια αναπήνησης καθώς και πολλές οικοτεχνίες παραγωγής μεταξιού τα οποία σταμάτησαν να λειτουργούν.

Γνωστό ως η "Πόλη του Μεταξιού", το Σουφλί είναι επίσης ξακουστό για το κρασί του, το τσίπουρο, και τα κρέατά του.

Πολιτιστική ανάπτυξη

Μαζί με την οικονομική ανάπτυξη ήλθε η κοινωνική και πολιτιστική άνθιση και το διανοητικό επίπεδο των κατοίκων αναπτύχθηκε. πριν αοπ τα μέσα τοθ 19ου αιώνα οι δύο εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Αθανασίου είχαν ήδη χτιστεί και αποτελούσαν τα στολίδια της πόλης. γύρω στο 1860 δημιουργήθηκε το Δημοτικό Σχολείο (σημερινό 2ο Δημοτικό Σχολείο), και το 1880-82 το Δημοτικό Σχολείο θυλέων (σημερινό 1ο Δημοτικό Σχολείο).Η μουσική διδασκόταν στο Δημοτικό Σχολείο απο το 1900.


Σύγχρονα χρόνια

Η ανακάλυψη του συνθετικού μεταξιού και η πτώση της τιμής των κουκουλιών έχουν οδηγήσει στην παρακμή της Σηροτροφίας. Τα μουρεόδεντρα γίνονται όλο και λιγότερα και μετά την ανακατανομή της γής έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Η παρακμή της Σηροτροφίας, σε συνδυασμό με την έλλειψη των βιομηχανικών μονάδων, έχει αναγκάσει τον πληθυσμό να μετακινηθεί προς τις αστικές περιοχές ή ακόμη και στο εξωτερικό. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν 5 βιοτεχνίες παραγωγής μεταξωτών ειδών καθώς και πολλά καταστήματα που εμπορεύονται μεταξωτά είδη. Το 1993, η παραγωγή κουκουλιών ανερχόταν σε 5.000 κιλά από 800.000 κιλά που ήταν το 1908.

Το Σουφλί έχει πληγεί από πλημμύρες στις περιοχές με χαμηλό υψόμετρο την δεκαετία του 1960, και τα έτη 1998, 2005 και 2006.

Τοπικές Εορτές

* Προφήτης Ηλίας: 20 Ιουλίου
* Άγιος Αθανάσιος: 18 Ιανουαρίου (Πολιούχος – Αργία)
* Άγιος Γεώργιος: 23 Απριλίου (Πολιούχος – Αργία)

πηγή:Wikipedia.org

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ

Η Ορεστιάδα, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας, βρίσκεται στο ΒΑ τμήμα του Ν. Έβρου, απέχει 977 χλμ. από την Αθήνα και 425 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Έχει 21.730 κατοίκους (απογραφή του 2001) και είναι η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη του νομού μετά την πρωτεύουσα του την Αλεξανδρούπολη.

Ίδρυση

Η Νέα Ορεστιάδα είναι η νεότερη και η βορειότερη πόλη της Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 1923 από Έλληνες πρόσφυγες που κατάγονταν από την περιοχή της Αδριανούπολης και κυρίως από το προάστιό της Κάραγατς, το οποίο παραχωρήθηκε στην Τουρκία με τη Συνθήκη της Λωζάνης (23.07.1923).

Το Κάραγατς είχε μετονομαστεί σε Ορεστιάς το 1920, μετά την κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και παραχωρήθηκε στην Ελλάδα μαζί με ολόκληρη τη Δυτική Θράκη και το μεγαλύτερο τμήμα της Ανατολικής Θράκης με τη Συνθήκη των Σεβρών (10.08.1920). Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την Ανακωχή των Μουδανιών (Οκτώβριος 1922), η Ανατολική Θράκη εκκενώθηκε από τον ελληνικό πληθυσμό της και αρκετοί κάτοικοι της Αδριανούπολης εγκαταστάθηκαν στο Κάραγατς, το οποίο βρίσκεται δυτικά του ποταμού Έβρου και παρέμενε στην ελληνική επικράτεια.

Όμως στη συνδιάσκεψη της Λωζάνης οι Άγγλοι με αντιπρόσωπο τον Κωρζόν, οι Γάλλοι με τον Πουανκαρέ και οι Ιταλοί με τον Μουσουλίνι, υπέκυψαν στην απαίτηση του Τούρκου Ισμέτ πασά (του μετέπειτα Ινονού), βουλευτή Αδριανούπολης, που ζητούσε αποζημίωση από την Ελλάδα 4 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα, το μισό πολεμικό και εμπορικό ελληνικό στόλο, να φύγει το Πατριαρχείο από την Κωνσταντινούπολη και να γίνει δημοψήφισμα στη Δυτική Θράκη. Στη μεγάλη αντίδραση του Ελευθέριου Βενιζέλου, το Μάιο του 1923, ο Γάλλος στρατηγός Μαυρίκιος Πελλέ προτείνει: "Αφού η Ελλάδα δεν μπορεί να πληρώσει, να παραχωρηθεί η παλιά Ορεστιάδα - Καραγάτς στους Τούρκους". Η πρότασή του έγινε αποδεκτή. Το Κάραγατς με τα χωριά Μπόσνα και Ντεμερντές, δόθηκε στους Τούρκους για στρατιωτικούς και οικονομικούς λόγους και για να έχει η Αδριανούπολη σιδηροδρομικό σταθμό. 17 χιλιάδες ήταν οι κάτοικοι της περιοχής. Η εγκατάλειψη της παλιάς Ορεστιάδας άρχισε από τον Ιούλιο του 1923 και στις 15-9-1923 και ώρα 10:20, παραδόθηκε στους Τούρκους.

Στις 4 Ιουνίου 1923, επιτροπή που σχηματίστηκε την προηγούμενη μέρα σε κοινή σύσκεψη των κατοίκων της παλιάς Ορεστιάδας-Κάραγατς, πήγε 17 χιλιόμετρα νοτιότερα, στην ακατοίκητη αγροτική τοποθεσία Κουμ-Τσιφλίκ (Αμμώδες Τσιφλίκι), για να δει αν μπορεί να δημιουργηθεί μια καινούρια πόλη. Ο τόπος κρίθηκε κατάλληλος και αρχικά μεταφέρθηκαν 900 οικογένειες. Στις 12 Αυγούστου 1923, έγιναν τα εγκαίνια της νέας πόλης που ονομάστηκε Νέα Ορεστιάς και αργότερα Νέα Ορεστιάδα για να θυμίζει την παλιά Ορεστιάδα, το Καραγάτς.
Όνομα - Ιστορία

Υπάρχουν δύο εκδοχές για το όνομα της Ορεστιάδας.

Η πρώτη είναι ότι ο Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, για να γλυτώσει από τις Ερινύες λούστηκε στη συμβολή των τριών ποταμών, Άρδα, Έβρου και Τούντζα και σε ανάμνηση της θεραπείας του έχτισε εκεί μια πόλη με το όνομα Ορεστιάδα. Η πόλη αυτή, πιθανολογείται ότι ταυτίζεται με την Ουσκουδάμα, που ήταν η πρωτεύουσα της θρακικής φυλής των Οδρυσών.

Η δεύτερη εκδοχή είναι ότι ονομάστηκε κατά τις νύμφες που κατά τους αρχαίους Έλληνες ζούσαν στην συμβολή των τριών ποταμών και οι οποίες ονομάζονταν και «Ορεστιάδες».

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ


Η Αλεξανδρούπολη είναι πόλη της Θράκης και πρωτεύουσα του νομού Έβρου. Έχει πληθυσμό 48.885 κατοίκους (απογραφή 2001).

Ονομαζόταν Δεδέαγατς μέχρι το 1919. Ιδρύθηκε το 1875 και στην αρχή ήταν ένα ψαροχώρι αλλά σιγά σιγά ο πληθυσμός της αυξήθηκε. Το 1913, κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, έμεινε για λίγο υπό ελληνική διακυβέρνηση αλλά πέρασε στη Βουλγαρία με τη Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913). Το 1920, με το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πόλεμου έγινε τμήμα της Ελλάδας, καθώς η Βουλγαρία ανήκε στην πλευρά των ηττημένων. Λίγο αργότερα μετονομάστηκε σε Αλεξανδρούπολη με το θάνατο του βασιλιά Αλέξανδρου τον ίδιο χρόνο.

Η Αλεξανδρούπολη είναι μια πόλη σύγχρονη με προσεγμένο ρυμοτομικό σχέδιο και αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους συγκοινωνιακούς κόμβους καθώς προσεγγίζεται με όλα τα μέσα, αεροπορικώς, σιδηροδρομικώς, οδικώς και ακτοπλοϊκώς. Αξιοσημείωτα έργα υποδομής είναι το σύγχρονο - διεθνές λιμάνι, η Εγνατία οδός καθώς και η σιδηροδρομική σύνδεση με σημαντικές πόλεις που την καθιστούν εμπορικό κόμβο και δημιουργούν της κατάλληλες προϋποθέσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή της στο μέλλον.

Αποτελεί μια από τις νεότερες πόλεις της χώρας, καθώς ιδρύθηκε το 1875 και σαν πόλη αναφέρεται από τις αρχές του 20ου αιώνα. Η γύρω περιοχή της έχει πλούσιο ιστορικό παρελθόν, καθώς στην θέση της βρισκόταν η αρχαία πόλη Σάλη, την οποία αναφέρει ο Ηρόδοτος, καθώς επίσης σε κοντινή απόσταση η αρχαία Μεσημβρία, η Ρωμαϊκή Τραϊανούπολη και η Βυζαντινή Βήρα.

Στην πόλη λειτουργούν 4 τμήματα του Δημοκρίτειου πανεπιστήμιου Θράκης με σημαντικότερο αυτό της Ιατρικής που στεγάζεται σε ένα από τα μεγαλύτερα και πλέον σύγχρονα νοσοκομεία των Βαλκανίων.

Αξιοθέατο της πόλης είναι ο Φάρος, (κτίσμα αναγνώρισης), καθώς και το εκκλησιαστικό μουσείο και άλλα νεοκλασσικά κτίρια. Στις 14 Μαΐου κατ΄ έτος τιμάται με παρέλαση η απελευθέρωση της πόλης.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ads Inside Post

Comments system

Disqus Shortname

Flickr User ID