. . . άτάρ αίγεον άσκόν έχον μέλανος οίνοιο,
ήδέος, όν μοι δώκε Μάρων, Εύάνθεος υιός,
ιερεύς Απόλλωνος, ός Ίσμαρον αμφιβεβήκει,
ούνεκά μιν σύν παιδί περισχόμεβ' ήδέ γυναικί,
άζόμενοι' ώκει γάρ έν άλσεϊ δενδρήεντι
Φοίβου ‘Απόλλωνος· ό δέ μοι πόρεν άγλαά δώρα·
χρυσού μέν μοι δώκ' εύεργέος επτά τάλαντα,
δώκε μοι κρατήρα πανάργυρον, αυτάρ έπειτα
οίνον εν αμφιφορεύσι δυώδεκα πάσιν άφύσας
ήδύν άκηράσιον, θείον ποτόν . . .
'Οδύσσεια Ι, 196-205

Μετάφραση
. . . Πήραμε μαζί και σ' ένα ασκί γιδίσιο
μαύρο γλυκόπιοτο κρασί, πού μου 'χε δώσει, δώρο
ο Μάρωνας του Εύάνθη ο γιός, ο λειτουργός του Φοίβου,
πού 'χε προστάτη η ‘Ισμαρος, γιατί από σεβασμό μας
σώσαμε αυτόν και το πιστό ταίρι του και το γιο του,
που κατοικούσαν σε πυκνό δάσος του Φοίβου Απόλλου.
Αξίας δώρα μου 'δώσε για τούτο, εφτά κομμάτια
καλοφτιασμένο μάλαμα, κι ένα άργυρο κροντήρι,
και στάμνες δώδεκα κρασί μου γέμισε ας τα χείλια,
γλυκό κι ανέρωτο, πιοτό θεϊκό . . .

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 
Top