Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

ΚΑΒΑΚΛΗ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ

*Χάρτης της Ανατολικής Ρωμυλίας

ΠΟΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΣΙΤΑΛΚΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ
          Το Καβακλή υπήρξε δυναμική εστία του Ελληνισμού και για το λόγο αυτό, οι κάτοικοί του υπέστησαν πολλούς διωγμούς και από τους Οθωμανούς δυνάστες και από τους Βουλγάρους όταν άρχισε να αναρριπίζεται ο εθνικισμός τους. Δεν είναι τυχαίο, ότι στις καθημερινές κουβέντες τους οι Καβακλιώτες αποκαλούσαν μεταξύ τους την πατρίδα τους «Μικρή Ελλάδα».
                
          Οι Καβακλιώτες ειδικότερα στις αρχές του 20ου αιώνα, υπέστησαν ανελέητους διωγμούς από τους Νεότουρκους και διασκορπίστηκαν σε όλη την Ελλάδα ως πρόσφυγες. Το Καβακλή υπήγετο στη δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλιππουπόλεως. Λόγω του συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού του μαζί με τα πέριξ χωριά, εξέλεγε Έλληνα βουλευτή στη Βουλγαρική Βουλή.
          Ορισμένα από τα σωζόμενα έγγραφα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, πλην των προαναφερθέντων, περιέχουν στοιχεία για το Καβακλή και τα χωριά της περιοχής του. Μεταξύ άλλων υπάρχει και μια ανυπόγραφη και αχρονολόγητη «Στατιστική του Ελληνικού διαμερίσματος της επαρχίας Καβακλή». Αφορά επτά κοινότητες, το Καβακλή, τις Καρυές, το Σιναπλή, το Μέγα Μοναστήριο, το Μικρό Μοναστήριο, το Δογάνογλου και το Τσικούρκιοϊ.
          Ειδικά στη στήλη των «Παρατηρήσεων» υπάρχει η πληροφορία, ότι η Σχολή Αρρένων του Καβακλή πυρπολήθηκε. Γράφει συγκεκριμένα:
          «Αμέσως μετά την πυρπόλησιν της εν λόγω Σχολής εγένετο συνεισφορά ήτις εχρησίμευσε προς αγοράν οικοπέδου δια ανέγερσιν σχολείου προϋπολογισμού δαπάνης 1.000 λιρών».
          Για την ανέγερση έγιναν προαιρετικές εισφορές των κατοίκων και συγκεντρώθηκε ποσό 300 λιρών, στο οποίο περιλαμβάνονταν ποσό περίπου 100 λιρών από το κληροδότημα του Καβακλιώτη Χατζή Παναγιώτη. Στόχος των κατοίκων ήταν να φοιτούν εκεί 500 μαθητές στο πλαίσιο υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ενώ μέχρι τότε κατά το έγγραφο, μέρος των παιδιών «διδάσκεται υπό αγραμμάτων διδασκάλων, μέρος δε αποστέλλεται υπό των γονέων εις αγροτικάς εργασίας».
          Σε μια άλλη στατιστική έκθεση για τις Καρυές, που είχε συντάξει στις 11 Μαρτίου 1877 ο δάσκαλος του χωριού Αυγερινός Παπαϊωάννου στη στήλη των «Παρατηρήσεων» αναφέρει, ότι ο μισθός του δασκάλου «παρά τη συμφωνία, πληρώνεται επί μεγάλη ζημία του διδασκάλου και μετά μεγίστης δυσκολίας, ένεκα των διχονοιών».
          Για το άλλο σχολείο που λειτουργούσε στις Καρυές σε ένα δωμάτιο και μάθαινε στους μαθητές μόνο ανάγνωση «και ταύτην ουχί ευκρινή» σημειώνει: «Αύτη έστιν η εν τη εκθέσει αναφερομένη σχολή, ήτις έγινε αιτία της καταφρονήσεως του κεντρικού σχολείου της κωμοπόλεως».
          Αναφορά γίνεται και για το χωριό Δογάνογλου και το δάσκαλό του. Μας πληροφορεί: «Κατά την νυν συμφωνίαν θέλει πληρώνεται εκ των μαθητών. Αλλ’ η διαίρεσις των κατοίκων δυσκολεύει την πληρωμήν  του διδασκάλου».
          Για το χωριό Γενίκιοϊ, που διέθετε ένα μικρό δωμάτιο με 10-13 αγόρια, ως μαθητές, σημειώνει: «Ο διδάσκαλος του χωρίου τούτου είναι ψάλτης Γραικός εξ Ιαμπόλεως γνωρίζων την Βουλγαρικήν και την Ελληνικήν, αλλά άνευ παιδείας».
          Πολλά παράπονα για τις διχόνοιες των κατοίκων, που υπονόμευαν το εκπαιδευτικό έργο διατυπώνει σε επιστολές του και ο δάσκαλος Ηρακλής Θεοχαρόπουλος.   
          Υπάρχουν και άλλα στοιχεία στα έγγραφα της Βιβλιοθήκης της Βουλής σχετικά με την επαρχία του Καβακλή. Αναφέρεται για τις Καρυές, ότι υπήρχε ένα δάσκαλος που έπαιρνε ετήσιο μισθό 4.000 γροσίων «εκ συνδρομών δυσκόλων εισπραττομένων». Για το Σιναπλή αναφέρεται, ότι είχε ένα δάσκαλο με ετήσιο μισθό 5.000 γροσίων «εκ συνεισφορών». Το Μέγα Μοναστήριο την εποχή που συνετάγη το προαναφερθέν έγγραφο, δεν είχε δάσκαλο, ενώ στο Μικρό Μοναστήριο υπήρχε ένας με ετήσιο μισθό 1.500 γροσίων «εκ του ταμείου της Εκκλησίας». Στο Δογάνογλου δεν υπήρχε δάσκαλος αν και προσφέρονταν 3.500- 4.000 γρόσια «εκ συνεισφορών», όπως και στο Τσικούρκιοϊ όπου προσφέρονταν ετήσιος μισθός 1.000 γροσίων «εκ του ταμείου της Εκκλησίας».
          Για όλα αυτά τα χωριά, επισημαίνονταν ότι δεν υπήρχε κανένα Παρθεναγωγείο και διατυπώνονταν η ανάγκη «σύστασης τοιούτων».
          Μια επιπλέον αξιόλογη παρατήρηση, αφορά το Κιζίλ- Αγάτς, για το οποίο σημειώνεται:
          «Εν τη επαρχία του Κιζίλ- Αγάτς υπάρχουν δύο ελληνικαί κώμαι εις οκτάωρον εντεύθεν απόστασιν αμφότεραι δε καλούνται Βογιαλίκια, ών η μεν σύγκειται εκ 250 οικιών η δε εξ 80. Εις ταύτας ουδέν σχολείον υπάρχει, οι δε κάτοικοι εισίν βυθισμένοι εις παχυλοτάτην αμάθειαν.
          Εν τη επαρχία Ιαμπόλεως υπάρχει ετέρα κώμη Ρουμ Ακ Μπουνάρ ονομαζομένη, της οποίας ο επικρατέστερος πληθυσμός είναι Ελληνικός, συνιστάμενος εις 80 οικίας. Και ενταύθα η αυτή αμάθεια και στέρησις σχολείου επικρατεί».    
          Από τα σωζόμενα έγγραφα υπάρχουν διάφορα, που αφορούν το Καβακλή και τα χωριά του, όπως:
          Μια επιστολή των προκρίτων του Καβακλή και του δάσκαλου Ηρακλή Θεοχαρόπουλου της 22ας Φεβρουαρίου 1875, προς τον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινούπολης. Οι πρόκριτοι που την υπογράφουν, είναι οι Παπά Χρήστος Έξαρχος, Χατζή Πέτρος, Δημήτριος Τζορμπατζής, Χρίστος Παπάζογλου.
          Με την επιστολή αυτή, οι πρόκριτοι ευχαριστούσαν το Φιλολογικό Σύλλογο  γιατί πολλές φορές κατά το παρελθόν είχε βοηθήσει το Καβακλή και ζητούσαν «να μη μας απαξιώσητε της σης ευνοίας, ήν παρ’ υμών έχαιρεν η ημετέρα σχολή». Επίσης πληροφορούσαν τους παράγοντες του συλλόγου ότι δεν μπορούν να τους στείλουν στοιχεία «περί των πλησιοχώρων ελληνικών χωρίων. Κατά δυστυχίαν δεν υπάρχουν τοιαύτα Παιδαγωγεία, εκτός του αρτισυστάτου εν τω χωρίω Καρυαί κατά τον Σεπτέμβριον του παρελθόντος έτους».
          Μια άλλη επιστολή από το κοντινό χωριό Καρυές, έφυγε την επομένη 23 Φεβρουαρίου 1875. Μ’ αυτήν ο δάσκαλος Αυγερινός Παπαϊωάννου και οι πρόκριτοι Χατζή Μανώλης, Χατζή Θεοχάρης, Χρίστος Γεωργίου, Γεώργιος Χατζή Μηνά και Παπά Δημήτριος Λόλα (ή Λόλου;), ευχαριστούσαν γιατί παρέλαβαν τα βιβλία που τους είχαν στείλει, συνολικά 130 τόμους. Πληροφορούν επίσης ότι ο Αυγερινός Παπαϊωάννου ανέλαβε τα ηνία της σχολής από το 1874 και ήδη οι μαθητές «ευρίσκονται οπωσούν προκεχωρημένοι». 
          Οι πρόκριτοι του Καβακλή Χατζή Πέτρος και ο Χρήστος Παπάζογλου κατονομάζονται και σε άλλη επιστολή του δάσκαλου Ηρακλή Θεοχαρόπουλου σταλμένη στις 7 Μαρτίου 1877 προς τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο της Αδριανούπολης. Ειδικότερα επισημαίνονται οι προσπάθειές τους για την Παιδεία στο Καβακλή, όπου υπήρχαν τότε προβλήματα και αντιδράσεις και εζητούντο καινούργια βιβλία.
          Επίσης ο Θεοχαρόπουλος ζητούσε τη βοήθεια του Συλλόγου και τη σύμπραξη του Μητροπολίτη για να πεισθούν οι κάτοικοι να στηρίξουν την επίσημη εκπαίδευση, καταργώντας τα αυτοσχέδια σχολεία κάποιων ιδιωτών. Ζητούσε επίσης να σταλεί και απεσταλμένος του Συλλόγου για τα μορφώσει άποψη επιτοπίως.
          Λίγες μέρες μετά στις 10 Μαρτίου 1877 ο δάσκαλος των Καρυών Αυγερινός Παπαϊωάννου απευθυνόμενος προς τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Αδριανούπολης, διεκτραγωδούσε τα βάσανά του εξαιτίας των αντιδράσεων, που οδηγούσαν σε αποδυνάμωση του  σχολείου, γράφοντας:
«Το Σχολείον της κωμοπόλεως ταύτης μόλις προ τριών ετών συστηθέν, κατά το πρώτον έτος έδειξε σημεία προόδου και εφαίνετο ότι ήθελε προοδεύσει και παρέξει αγαθούς καρπούς, καθότι και μαθηταί ήσαν ικανοί, οίτινες ηδύναντο και ανώτερα μαθήματα να παραδοθώσιν και το Σχολείον, ως πρωτόσχολοι να επιτηρώσι και οι κάτοικοι ηνωμένοι και σύμφωνοι ήσαν όλοι εις την πρόοδον της πατρίδος των και την συντήρησιν του Σχολείου, αλλά δυστυχώς κατά την λήξιν του πρώτου έτους οι αναπτυχθέντες οπωσούν πρωτόσχολοι ήρχισαν ο είς κατόπιν του άλλου ν’ αναχωρώσι και ούτως εγκατέλιπον το σχολείον άνευ πρωτοσχόλων, ματαιωθέντων τοιουτοτρόπως των κόπων μου.
          Το δεύτερον έτος και αυτό έσχε την τύχην του πρώτου, καθώς επίσης και το τρίτον εις το οποίον μετά μεγάλης δυσκολίας ηδυνήθην να μείνω ενταύθα, ένεκα των αναφυεισών διαιρέσεων και διχονοιών των κατοίκων. Γνωστόν λοιπόν έχω υμίν κύριοι, ότι υπάρχουσιν ενταύθα άνθρωποι φθονεροί και κακεντρεχείς».
          Στην ίδια επιστολή κατονόμαζε τον Παναγιώτη Γκαβούνα, που έπειθε τους μαθητές, όπως γράφει,  να τους κάνει ιδιαίτερο μάθημα σε κάποιο δωμάτιο με δάσκαλο κάποιον Αντώνιο Γεωργάκη, Καρυώτη, στον οποίο πήγαιναν οι μαθητές «ευχαριστούμενοι εν αυτώ, διότι ο ρηθείς Αντώνιος ουδόλως στενοχωρεί αυτούς».
          Κατηγορεί επίσης τη μερίδα των κατοίκων που εναντιώνονταν στη λειτουργία του σχολείου, τα έξοδα του οποίου κατέβαλε η Εκκλησία  της Αγίας Παρασκευής, γράφοντας ότι «επιθυμεί όπως τα χρήματα της Εκκλησίας δίδονται δι’ αυτών και οσάκις τυγχάνει κατάλληλος περίστασις να καταχράται ασυνειδότως ταύτα».
          Επίσης κάνει έκκληση στο σύλλογο ώστε με τη σύμπραξη και του Μητροπολίτη, να βοηθήσει έστω και με τη βία να προστατευθεί το σχολείο, διότι τον Ιούνιο (1877) που θα έληγε και ο διορισμός του κινδύνευε αν κλείσει το σχολείο.
          Όσον αφορά το χωριό Δογάνογλου αναφέρει ότι εκεί υπάρχει μικρό σχολείο και μορφωμένος δάσκαλος «αλλά και εκεί οι άνθρωποι εν ασυμφωνία ευρίσκονται φθονούντες οι μη έχοντες τέκνα» και προσθέτει:
          «Κατ’ αυτάς μάλιστα τας ημέρας μεγίστη πάλη γίνεται μεταξύ των κατοίκων των μεν ζητούντων τον διδάσκαλον, των δε μη, και μέχρι ταύτης της στιγμής καθ’ ήν γράφω, ουδέν αποτέλεσμα έφερεν η ασυμφωνία των αύτη. Ελπίζεται όμως ότι θα μείνει ο διδάσκαλος, αλλά με εκπεσμόν τινά του περυσινού μισθού του». 


 
          Ενδιαφέρουσα για την άγρια καθημερινότητα που ζούσαν οι Καβακλιώτες, είναι μια επιστολή τους, που στάλθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1878 προς τον Έλληνα  πρόξενο της Αδριανούπολης Ν. Γεννάδη. Πρόκειται για τις διώξεις που άρχισαν να υφίστανται, όταν οι Βούλγαροι ενθαρρυμένοι από τους Ρώσους, σήκωσαν κεφάλι και άρχισαν να καταδυναστεύουν τους Έλληνες. Έγραφαν:

          «Κύριε Πρόξενε,
Δια του παρόντος ημών ταπεινού γράμματος παρουσιαζόμεθα ενώπιον υμών και παρακαλώμεν ως Έλληνες όπως λάβωμεν μικράν ακρόασιν.
          Προ καιρού, Κύριε Πρόξενε, επέμψαμεν υμίν μίαν επιστολήν εξιστορούντες τα διατρέχοντα εν τοις Ελληνικοίς τούτοις χωρίοις υπό των Βουλγάρων, τα δεινά τα οποία πράττουν οι Βούλγαροι εν τοις χωρίοις ημών.
          Προχθές, Κύριε Πρόξενε, μερικοί εκ των κατοίκων ημών μεταβαίνοντες χάριν εμπορίου εν τινι χωρίω, επολιορκήθησαν υπό των Βουλγάρων, ότι δήθεν είναι προδόται. Εν πρώτοις λοιπόν ενδώσαντες εις τα λόγια των Βουλγάρων παρεδόθησαν αυτοίς επί προφάσει ότι δεν θέλουν κακοποιήσει αυτούς. Ύστερον δεν συλλαβόντες ένα εκ των ημετέρων τον πλουσιώτερον και δέσαντες αυτόν εφιλονίκουν δια μαχαιρών τον θάνατον αυτού, αλλά χάρις τω Θεώ εις Βούλγαρος γνώριμος αυτού επεμβάς εν τη διενέξει αφού παρέστησαν αυτοίς το απάνθρωπον της πράξεως, ύστερον κρυφίως παρέλαβεν τον εν λόγω Έλληνα και έκρυψαν αυτόν όστις εν τέλει εσώθη. Και άλλα τοιαύτα πάμπολλα τα οποία θέλουσιν είπει υμίν προφορικώς οι απεσταλμένοι προς υμάς, συμβαίνουν.
          Όθεν παρακαλούμεν υμάς όπως φροντίσητε περί της υποθέσεως ταύτης καθότι ιστάμενοι προς υμάς ως Έλληνες ούτως άπαντες προς ουδένα άλλον δυνάμεθα να απευθυνθώμεν ει μη προς υμάς όν θεωρούμε προστάτην και ελευθερωτήν ημών

Ταπεινοί υμών δούλοι»

          Την επιστολή αυτή υπογράφουν οι Καβακλιώτες Πέτρος Τζορμπατζής, Χρίστος Τζορμπατζής, Χατζή Πέτρος, Σιδερής Παναγιώτου, Νίκος του Γιοβάνη, Χρίστος Τερζής, Σιδερής του Μάνου, Γιοβάνης Μιχαήλου, Χρίστος Ραφτόπουλος, Δήμος του Μανώλη, Πασχάλης μουχτάρης, Νικόλαος του Ναϊτέν, Γεώργιος Παππά του μαρίνου, Χρήστος Γεωργίου, Δημήτριος Γεωργίου, Γιάννης Γκάκου.    
Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης


*Γραμματόσημο της Ανατολικής Ρωμυλίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ads Inside Post

Comments system

Disqus Shortname

Flickr User ID